Η μαμά μου δε σε συμπάθησε την πρώτη ημέρα που σε συνάντησε.
Απότομη, υπερβολική και παλιάς σχολής, της φάνηκες.
Εγώ, όμως, να σου πω κυρία; Η μαμά μου εκείνη την ημέρα ήταν πιο φοβισμένη από εμένα. Όχι, όχι, δεν το δείχνει. Εγώ, όμως, την καταλαβαίνω, γιατί, μαμά μου είναι, κι αυτό που νιώθει, το μυρίζομαι σχεδόν.
Είδες όμως…σε άκουσε, όταν της είπες να σε εμπιστευτεί, γιατί την κάνεις πολλά χρόνια αυτή τη δουλειά και την ξέρεις. Την άκουσε την αλήθειά σου και σε εμπιστεύτηκε. Κι άμα ρωτάς εμένα…καλά έκανε.
Γιατί κυρία, αυτό το χάρισμα που έχει η μαμά μου να διαβάζει πίσω από τις λέξεις, το έχω κι εγώ…Εγώ κρυφακούω και τις ψυχές, και στη δική σου, κάπου, άκουσα πώς θέλεις να μας μεγαλώσεις και γι’ αυτό αποφάσισα να σου γράψω ένα ευχαριστώ.
Να σου γράψω πώς χαίρομαι όταν σε βλέπω να συγκινείσαι με τα καλά λόγια, πώς στην αρχή φοβόμουν τις φωνές σου, αλλά τώρα μοιάζουν με μιας μαμάς που απελπίζεται, γιατί τα παιδιά της δεν την ακούν. Να σου πω ότι καταλαβαίνω πόσο έτρεξες, πόσο προσπάθησες να μας δείξεις καινούρια, ενδιαφέροντα πράγματα, πώς μας χόρεψες, πώς μας τραγούδησες, πως μας γιόρτασες…πώς τα μάτια σου μας παρακολουθούσαν ακόμα κι από την πλάτη σου που λες κι εσύ! Πώς ήσουν ξεκούραστη και γεμάτη διάθεση, όταν ξεκινήσαμε και τώρα που τελειώνει η χρονιά είσαι όπως εκείνο το παιχνίδι μου που είχε πέσει στο δρόμο (από το μπαλκόνι το είχα ρίξει, κατά λάθος, βέβαια…) και το πάτησε αυτοκίνητο, αλλά πάλι τα καταφέρνεις όλα, πάλι τα προλαβαίνεις…κι έχεις κι έναν καλό λόγο για όλες τις μαμάδες μας.
Θέλω να σου πω κυρία, ότι δεν ξέρω αν θα μας θυμάσαι ή αν εμείς θα σε θυμόμαστε όταν μεγαλώσουμε, αυτό όμως το κομμάτι σου που εγγράφηκε μέσα, θα μείνει…για πάντα.
Δημήτρης (η μαμά μου με έχει γράψει ήδη στην Α’ Δημοτικού!)
Γράφει η Γεωργία Γεωργιάδου (όπως της τα περιέγραψε ο Δημήτρης, αλλά και διαπίστωσε δια ζώσης!)
Σχολιάστε